Το δεύτερο κείμενο των Θέσεων θεωρώ ότι υπερεκτιμά τη δύναμη που διαθέτει η αστική τάξη και οδηγεί σε παραπλανητικά συμπεράσματα για την πραγματική της κατάσταση.
Η εκτίμηση ότι «η αστική τάξη της Ελλάδας επιδιώκει τη γεωπολιτική της αναβάθμιση [...]» (Θέση 15) μεταφέρεται στα Ελληνοτουρκικά και στο πολιτικό σύστημα (Θέση 31) ως προσπάθεια για «την ενίσχυση των θέσεών της στα Βαλκάνια, στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, στην Ανατολική Μεσόγειο».
Η «επιδίωξη αναβάθμισης» έρχεται σε αντίφαση με τη σωστή παραδοχή ότι την κυριαρχία (εδαφική ακεραιότητα) και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας «δεν μπορούν να τα εγγυηθούν οι αστικές κυβερνήσεις και οι ιμπεριαλιστικές συμμαχίες» (Θέση 16).